Hiroshima mon Amour του Alain Resnais

H Nouvelle Vague αποτελεί κίνημα που ξεκίνησε από τη Γαλλία το 1959 και σύντομα εξαπλώθηκε σε άλλες χώρες όπως η Ιαπωνία, ο Καναδάς, η Αγγλία, η Ιταλία, η Ισπανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η κάθε μία από αυτές τις χώρες είχε τους δικούς της κινηματογραφιστές. Η ομάδα όμως που άσκησε την μεγαλύτερη επιρροή απ’όλες τις άλλες εμφανίστηκε στη Γαλλία. Ο Γκοντάρ, ο Τρυφώ, ο Σαμπρόλ, ο Ρομέρ και ο Ριβέτ σχημάτισαν ένα σύνολο νέων σκηνοθετών που έγραφαν κριτικές ταινιών στο παρισινό κινηματογραφικό περιοδικό Cahiers du cinema (Τετράδια του κινηματογράφου).

H ομάδα αυτή των νέων δεν είχε μεγαλώσει μέσα στον πόλεμο, αλλά είχε ενηλικιωθεί μέσα από την μεταπολεμική περίοδο, μια περίοδο όπου η ανθρωπότητα μάζευε τα συντρίμμια της, προσπαθούσε να αναδιοργανωθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου. Γι’αυτό και οι νέοι αυτοί κινηματογραφιστές επιδείκνυαν νεανικό σφρίγος τόσο μέσα από τις αντιλήψεις τους όσο και φυσικά μέσα από τις ταινίες τους, επιτίθονταν στους καλλιτεχνικά καταξιωμένους σκηνοθέτες της εποχής τους και έδειχναν να προτιμούν περισσότερο σκηνοθέτες που τότε θεωρούνταν ξεπερασμένοι, όπως ο Ρενουάρ και ο Οφύλς.

A bout de souffle του Jean-Luc Godard
A bout de souffle του Jean-Luc Godard

Σαφώς επηρεασμένοι από τον ιταλικό νεορεαλισμό, οι παραπάνω δημιουργοί σκηνοθέτησαν ταινίες όχι σε τεράστια Χολιγουντιανά στούντιο αλλά στα σοκάκια και τους δρόμους του Παρισιού. Έτσι αποτύπωσαν την σκοτεινή πλευρά της πόλης αφού τα γυρίσματα γίνονταν κυρίως σε εξωτερικούς χώρους χωρίς πολλά φώτα, χρησιμοποιώντας μόνο τις διαθέσιμες πηγές φωτός μαζί με κάποιες ελάχιστες συμπληρωματικές.

Περιορισμένοι από τον χαμηλό προϋπολογισμό της ταινίας, οι σκηνοθέτες έκαναν μόνο μια λήψη για κάθε πλάνο, πράξη που οδηγούσε σε μη συμβατικές τεχνικές μοντάζ – αν και σήμερα οι τεχνικές αυτές έχουν απορροφηθεί από τον συμβατικό κινηματογράφο -, σε ελλειπτική αφήγηση, αλλά και γενικότερα σε πειραματισμό.

Επιπλέον, καθότι το κόστος παραγωγής των ταινιών αυτών ήταν πολύ φτηνό, χρησιμοποιήθηκαν φορητές κάμερες που φυσικά ήταν και πιο βολικές στον τρόπο κινηματογράφησης που υπηρετούσαν: πολλά πανοραμίκ και τράβελλιγκ που ακολουθούν τους χαρακτήρες μέσα στο χώρο και περιγράφουν τις καταστάσεις που βιώνουν με άλλους κεντρικούς και δευτερεύοντες χαρακτήρες.

Απόρροια του χαμηλού κόστους παραγωγής ήταν τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του κινήματος, το ελλειπτικό μοντάζ και τα jump cut.  Ο Γκοντάρ και οι συνάδελφοί του, επηρεασμένοι από τον ιταλικό νεορεαλισμό, ωθούν το ιταλικό πειραματικό πρότυπο σε ένα επίπεδο παραπέρα από το τότε καθιερωμένο, κυρίως σε ότι αφορά το σενάριο και την πλοκή των ταινιών τους.

Για παράδειγμα, συγκριτικά με άλλες ταινίες της εποχής, η πλοκή δεν είναι τόσο συγκροτημένη και οι δεσμοί της είναι πιο χαλαροί. Σε αντίθεση με την αυστηρή λογική του χολιγουντιανού προτύπου, οι κεντρικοί χαρακτήρες δεν έχουν κάποιο συγκεκριμένο στόχο ή πολλές φορές αυτός ο στόχος δεν γίνεται αντιληπτός από την αρχή της ταινίας. Έτσι η προσοχή μας αποπροσανατολίζεται, το ενδιαφέρον μας αυξάνεται, αφού δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί μετά.

Cruel Story of Youth του Nagisha Oshima
Cruel Story of Youth του Nagisha Oshima

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της Nouvelle Vague, εκτός από την χαλαρότητα του σεναρίου, είναι και η αμφισημότητα του τέλους των ταινιών που εντάσσονται σε αυτή. Κύριο παράδειγμα αποτελεί η ταινία Τα 400 χτυπήματα του Τρυφώ. Η ταινία τελειώνει με το μικρό παιδί να τρέχει στη παραλία – η κάμερα κάνει freeze frame στο πρόσωπο του. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τι γίνεται με το παιδί, ο σκηνοθέτης αφήνει το τέλος στη φαντασία μας έτσι ώστε να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα, να κάνουμε τις δικές μας υποθέσεις.

Η αμφισημότητα αυτή όμως, μαζί με τα άλλα κύρια χαρακτηριστικά του κινήματος λειτουργούν και σε ένα βαθύτερο επίπεδο: κάνουν το θεατή να αποσπάσει την προσοχή του από την ταινία. Παρακολουθώντας σήμερα μια συμβατική ταινία και καθώς χαμηλώνουν τα φώτα, η προσοχή μας επικεντρώνεται σ’ αυτό που βλέπουμε. Χανόμαστε μέσα στην ιστορία, οι ηθοποιοί δεν είναι άνθρωποι που υποδύονται ρόλους, αλλά είναι οι ίδιοι χαρακτήρες.

Στη Nouvelle Vague η συγκέντρωσή μας χαλαρώνει αφού το σενάριο και η σκηνοθεσία είναι έτσι δομημένες ώστε να μας προκαλέσουν τη συγκεκριμένη αντίδραση. Για παράδειγμα στο Με κομμένη την ανάσα του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, ο Ζαν Πωλ Μπελμοντό σπάει τον τέταρτο τοίχο και απευθύνεται στο κοινό που παρακολουθεί την ταινία ή πολλές φορές το συνεργείο εμφανίζεται σε μια αφηγηματική σκηνή για να μας τονίσει πως αυτό που παρακολουθούμε έχει δημιουργηθεί από κάποια μέσα και τα μέσα αυτά είναι ελεγχόμενα από ανθρώπους.

Είναι σαν ο σκηνοθέτης να υπενθυμίζει στο θεατή ότι αυτό που βλέπει είναι ταινία. Τέλος, η επιτυχία των σκηνοθετών αυτών, όπως ο Τρυφώ και ο Γκοντάρ οφειλόταν στην βαθιά γνώση τους για το σινεμά – ήταν θεωρητικοί των cahier du cinema για πάνω από δέκα χρόνια – αλλά πιο συγκεκριμένα του μέσου αυτού ως τέχνη και όχι τόσο ως μια διαδικασία συνυφασμένη με την παραγωγή.

mm
Ο Δεμίρης Γιάννης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη όπου και σπούδασε κινηματογράφο στο Αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Από μικρή ηλικία μυήθηκε στον κόσμο της Μίντγκαρ και του Μελνιμπονέ ενώ οι σημερινές του αναζητήσεις των οδηγούν σε συγγραφικά μονοπάτια.