Όσο εύκολα μπήκες στη ζωή μου με χαρά και ευτυχία, άλλο τόσο δύσκολα έφυγες, με δάκρυ και πόνο. Ήταν μία συνηθισμένη μέρα για όλους τους άλλους, όχι όμως για μένα. Το περίμενα να σου πω την αλήθεια, το έβλεπα από τον τρόπο που με κοιτούσες, από τον τρόπο που με δυσκολία κρατιόσουν να μην μου πεις εδώ και καιρό αυτό που δεν ήθελα να ακούσω. Γιατί τα μάτια σου δεν έβγαζαν αυτή τη λάμψη που έβγαζα εγώ όταν σε αντίκριζα. Δεν είχες αυτήν την κάψα να με δεις όπως παλιά. Ήταν κάτι που έκανες μηχανικά μόνο και μόνο για να μην καταλάβω τίποτα. Και όμως καταλάβαινα περισσότερα από όσα ήθελες ή πίστευες.

breakup3-800x400

Ποτέ μου δεν πίστευα στη διαίσθηση, θεωρούσα κοροϊδία όσοι πίστευαν σε αυτή και την ένιωθαν. Μέχρι εκείνη την μέρα. Την ρουτινιασμένη για όλους, αλλά όχι και για μένα. Το ένιωσα από τον τρόπο που μου μίλησες στο τηλέφωνο, λέγοντας πως ήθελες να βρεθούμε. Μου μίλησες όπως τις υπόλοιπες φορές, αλλά έφταιγε αυτή η πουτάνα η διαίσθηση που μέχρι τότε σνόμπαρα και όμως βρήκε να με εκδικηθεί με τον χειρότερο τρόπο, να αποκτήσω το χάρισμά της όταν δεν έπρεπε, να τρυπώσει μέσα μου την πιο ακατάλληλη στιγμή, όταν χρειαζόταν να βγω λάθος.

Το ήξερα πως ήρθε το τέλος. Ήρθε πριν καν ξεκινήσουμε. Και η αρχή δεν είναι ο πρώτος καιρός μιας σχέσης, αλλά όταν πιστεύεις πως ακόμα δεν έχεις δώσει όσα θέλεις στον άνθρωπο που θεωρείς δικό σου, κομμάτι του εαυτού σου. Και εγώ ακόμα δεν σου είχα δώσει σχεδόν τίποτα, γιατί είχα ακόμα να σου δώσω πολλά.

Δεν είπαμε πολλά εκείνη την μέρα, ίσως γιατί ξέραμε πολύ καλά και οι δύο πως ό,τι και να λέγαμε γυρισμός δεν υπήρχε. Δώσαμε ένα τέλος χωρίς ιδιαίτερους αποχαιρετισμούς, σαν να βρισκόμασταν πάλι την επόμενη μέρα και να το πιάναμε από κει που το αφήσαμε. Ένα “Σ’αγαπώ, να προσέχεις”, ήταν αρκετό και έκρυβε μέσα του όσα δεν είπαμε.

Πόνεσα, έκλαψα, ξέσπασα. Μόνη μου. Κλείστηκα στον εαυτό μου. Φόρεσα τις παρωπίδες μου και δεν άκουγα κανέναν.

“Ξέχνα τον, τον μαλάκα, δεν σου άξιζε”, άκουγα καθημερινά και όμως εγώ εκεί. Ναι ήσουν μαλάκας, ναι δεν μου αξίζεις, αλλά όχι δεν σε ξεχνάω. Πως γίνεται να ξεχάσεις έναν άνθρωπο όταν δεν τον έχεις χορτάσει; Σαρκικά μπορεί, ψυχικά όμως όχι. Το ήξερα ότι κάποια στιγμή θα φύγεις, όμως πριν φύγεις ήθελα να σε νιώσω όσο πιο πολύ μπορούσα. Να ακούω την ανάσα σου το βράδυ, να με νανουρίζει η φωνή σου, να κολυμπάω στα βαθιά μαζί σου και ας ήξερα πως θα πνιγώ. Όμως δεν με ένοιαζε, γιατί θα ήσουν και συ εκεί.

Πέρασε καιρός για να πω πως είμαι καλά. Και όταν επιτέλους έπεισα τον εαυτό μου πως θα τα καταφέρω, ξεπρόβαλλες από μια γωνία λες και μου την είχες στημένη και περίμενες την κατάλληλη στιγμή για να εμφανιστείς πάλι. Και όση δύναμη είχα μαζέψει για να πάω ένα βήμα παρακάτω, χάθηκε σε μια στιγμή, μόνο με ένα σου βλέμμα. Με ένα “Σε θέλω πίσω”, χάθηκαν ως δια μαγείας όλα όσα πέρασα εξαιτίας σου και ήμουν έτοιμη να παραδοθώ και πάλι στον βούρκο, μου έφτανε που ήσουν και εσύ εκεί. Και ας ζούσα πάλι το αβέβαιο, δεν με ένοιαζε.

Για πρώτη φορά μαζί σου βίωσα την διαίσθηση και τον μαζοχισμό. Γιατί όταν γυρνάς σε μια κατάσταση που σου έχει προκαλέσει πόνο και γυρνάς συνειδητά δεν μπορείς να το ορίσεις κάπως αλλιώς. Έβαλα για μία ακόμα φορά τις παρωπίδες μου και δεν με ένοιαζε κανείς. Το γεγονός ότι με κρατούσες και πάλι στην αγκαλιά σου μπλόκαρε όλες τις κακές αναμνήσεις και τα αμέτρητα γιατί.

Ο λόγος; Γιατί προτιμώ να παρασυρθώ από τους δαίμονες σου και να ζήσω μαζί σου, παρά να παραμείνω στην γαλήνη της ψυχής μου και να είμαι μακριά σου.