Στη Ρώμη από τις san callistoπιο γνωστές υπόγειες «νεκρικές κατοικίες» είναι οι κατακόμβες του San  Calistο, όπου περιέχονται κόγχες οι οποίες «φιλοξενούσαν» δύο ή τρεις σωρούς  ταυτόχρονα, όπως επίσης αποτελούσαν τον τόπο ταφής των πρώτων παπών.

Άξιες λόγου επίσης είναι οι κατακόμβες του San Sebastiano πιθανόν για τις τοιχογραφίες των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου που τις κοσμούσαν και την εικασία ότι μπορεί εκεί να φυλάσσονταν τα λείψανα τους.

Στη Νέα Ρώμη  ο πιο συχνά επισκέψιμος υπόγειος κόσμος είναι αυτός της Βασιλικής Κιστερνας, του υδραγωγείου.

Όπως και στη Ρώμη, υπήρχε η υπόθεση των υπόγειων ταφών στα «έγκατα «της Αγιάς Σοφιάς, αλλά το μόνο που φαίνεται να ανακάλυψαν είναι πως η Αγία  Σοφία συνδέεται υπογείως με την Βασιλική Κιστέρνα και το Τοπ Καπί.

Περπατώντας μέσα σ`αυτόν τον κόσμο  δεν κατάφερα να απομακρύνω την σκέψη  μου από τις στιγμές που άνθρωποι του παρελθόντος τα κατασκεύαζαν. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν την εξέλιξη της ιστορίας. Τους συμβολικούς χαρακτήρες που θα τους δωθούν. Τους μελλοντικούς που θα τα επισκεφθούν γεμάτοι περιέργεια.

Υπάρχει μια αίσθηση επιβλητικότητας, μια αίσθηση ιερότητας, ένα ήρεμο κι εξοργισμένο  συνεχέMEDUSAς που συναντιέται μέσα σου. Όλα υποφωτισμένα, αναμεμιγμένες αισθήσεις παγανιστικές και χριστιανικές. Έχω ακόμα μπροστά μου αυτό το αναποδογυρισμένο γοργόνειο (κεφάλι Μέδουσας) που αποτελεί βάση μίας εκ των πολλών  κιόνων που δέσποζαν στη βασιλική Κιστέρνα.

Στη Ρώμη θυμάμαι να ένοιωθα πως ακούω το τρέξιμο ανθρώπων που τρέχουν να ξεφύγουν μυστικά από κάτι. Προφανώς επηρεασμένη από τον ξεναγό και την υπέροχη χροιά που έδινε στις διηγήσεις του.

Κάπως έτσι ένωσα ιδεατά τις δύο μου Ρώμες, σκεπτόμενη, γεγονότα, συγκυρίες, ανθρώπους. Βαδίζοντας δίπλα τους, ακούγοντας τις αμφιβολίες των σκέψεων τους και τις σθεναρές εντολές τους. Κρυφακούγοντας τις απελπισμένες συζητήσεις των απλών πολιτών όλων αυτών των περασμένων εποχών. Καλούμενοι άλλες φορές να αποφασίσουν για το κεφάλι τους κι άλλες να αντιστέκονται για να ακουστεί η φωνή τους, το δικαίωμα τους.

Βγήκα και πάλι στο φως, στην πραγματικότητα που αναγνωρίζω. Πρώτη ζαλάδα ο δυνατός ήλιος. Ο ίδιος πάνω κι από τις δύο πόλεις. Σκόνη γεμίζει τα μάτια μου, γλώσσες το μυαλό μου. Ήρθε η ώρα της ξεκούρασης, κάθεσαι κι ευγενικά σου προσφέρουν κρύο νερό, στη μία  περίπτωση με ταμπεραμέντο (και χωρίς απόδειξη), στην άλλη με χαμόγελο (και κάποιες φορές να σηκώνουν παζάρια ακόμα και στην τιμή του νερού).

Και σ` αυτήν τη στιγμή χαλάρωσης, η βοή της πόλης, του κόσμου, οι λέξεις που πέφτουν βροχή σε οδηγούν στην ανεξερεύνητη φύση της Βαβέλ. Τι να σημαίνουν;  Τι νοιώθουν οι ψυχές τους αναπαράγοντας αυτές τις λέξεις; Κι αρχίζεις να αναγνωρίζεις οικίες λέξεις, ξέρεις τη μετάφραση αλλά όχι  το νόημα τους. Τις χρησιμοποιείς κι εσύ στη γλώσσα σου. Κατάλοιπα συμβίωσης αιώνων ( υπό ειρηνικές και μη συνθήκες). Παντιέρα; Μπαξές;  Και συζητάς κι εσύ με τους συνταξιδιώτες σου ή μόνος μέσα  στο νου σου, στην δική σου ακατάληπτη για τους άλλους γλώσσα. Κι έρχεται η μεγαλειώδης στιγμή της παραγγελίας, όπου συνήθως ανακαλύπτεις πως δεν υπάρχει λίνγκουα φράνκα . Αλλά υπάρχει αυτή η λίνγκουα φράνκα  της ψυχής, αυτές οι σκόρπιες άγνωστες αλλά οικίες λέξεις, οι κοινές γεύσεις που θα οδηγήσουν στο επιθυμητό πιάτο.

Κάπως έτσι ήταν μία ημέρα από το ταξίδι μου σ`αυτές τις δύο πόλεις, έτσι τις ένωσα ιδεατα μέσα μου.

Ταξίδεψε και ανακάλυψε τους δικούς σου δρόμους για τη Ρώμη, όποιοι κι αν είναι αυτοί και όποια κι αν είναι αυτή.

Καλό ταξίδι!