Είσαι δεκαοχτώ χρονών. Περιμένεις να βγουν τα αποτελέσματα από τις Πανελλήνιες για να δεις αν έχεις περάσει κάπου που να αξίζει -και όχι ιχθυοκαλλιέργειες σε κάποιο απόμερο νησί που μέχρι τώρα δεν ήξερες καν την ύπαρξή του- και αν η σχολή στην οποία πέρασες είναι εντός ή εκτός της πόλης σου.

foitites_2

Κακά τα ψέματα, υπάρχουν αυτοί που θέλουν να είναι φοιτητές σε μία άλλη πόλη για να ζήσουν την ‘φοιτητική ζωή’ και τελικά μένουν στις πόλεις τους και υπάρχουμε και εμείς που θέλουμε να κάτσουμε στα αυγά μας, είτε για οικονομικούς λόγους, είτε γιατί δεν θέλουμε να αποχωριστούμε την μαμά μας, είτε γιατί πολύ απλά δεν γουστάρουμε, και περνάμε κάπου εκτός.

Έρχεται λοιπόν η μέρα που μπαίνεις στο site στο οποίο θα δεις που έχεις περάσει και ενώ έχεις συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα περάσεις σε μια σχολή που δεν ήταν και από τις πρώτες σου επιλογές αλλά τουλάχιστον θα είσαι στο σπιτάκι σου, τσουπ, ξαφνικά αυτό που βλέπεις χωρίς να το πάρεις χαμπάρι, σου έχει προκαλέσει εγκεφαλικό, καρδιακή προσβολή και ένα μικρό throwback με εικόνες από τη ζωή σου μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Είσαι ανερχόμενος φοιτητής στη σχολή που πάντα ήθελες, αλλά σε μια ΑΛΛΗ ΠΟΛΗ!!

Και ενώ η οικογένειά σου, οι συγγενείς σου, οι φίλοι σου χαίρονται που πέτυχες τον στόχο σου, εσύ είσαι ένας απλός θεατής, σε ένα έργο που χωρίς τη θέληση σου είσαι ο πρωταγωνιστής. Τι κι αν η γιαγιά σου το έχει βγάλει ντελάλι σε όλο το χωριό που το εγγόνι της πέρασε εκεί που ήθελε, τι κι αν οι γονείς σου είναι περήφανοι για σένα και οι φίλοι σου σε ζηλεύουν που θα κάνεις την ‘φοιτητική ζωή’ που πάντα ονειρεύονταν, εσύ συνεχίζεις και κλαψουρίζεις σαν ένα κακομαθημένο παιδάκι και νομίζεις πως έχεις αποτύχει σαν άνθρωπος, σαν ύπαρξη και θέλεις να ξαναδώσεις Πανελλήνιες για να περάσεις στην πόλη σου(ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΑΥΤΟ;)

Και αφού λοιπόν σου έχει περάσει η κρίση πανικού, έχεις αποδεχτεί την κατάσταση και έχεις την πλήρη υποστήριξη από τους δικούς σου, αποφασίζεις να πας στην συγκεκριμένη πόλη να βρεις σπίτι, να γραφτείς στη σχολή και να δεις ποιο θα είναι το μέρος που θα σε φιλοξενήσει για τα επόμενα τέσσερα, τουλάχιστον, χρόνια.

Αφού έχεις τακτοποιηθεί στο καινούριο σου σπίτι, έχεις κάνει ό,τι χρειαζόταν στη σχολή για να γραφτείς, φτάνει η μέρα του αποχωρισμού. Δράματα, κλάματα, ιστορίες, λες και φεύγεις στον πόλεμο ένα πράγμα και δεν θα ξανά δεις κανέναν, υπόσχεσαι πως θα πηγαίνεις συνέχεια να τους βλέπεις και τους λες να μην σε ξεχάσουν. Φεύγεις. Νομίζεις πως θα σε αντικαταστήσουν γιατί εσύ θα είσαι μόνος σου και όλοι οι άλλοι μαζί. Σε πιάνει μια μικρή καταθλιψάρα, αλλά όχι για πολύ. Είναι μέχρι να συνειδητοποιήσεις, πολύ γρήγορα μάλιστα, πως ο Θεός σου χάρισε απλόχερα το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε και εσύ ο ηλίθιος πίστευες πως ήταν το χειρότερο: την ελευθερία.

Είσαι σε ένα σπίτι μόνος σου, δεν δίνεις λογαριασμό σε κανέναν, μπαινοβγαίνεις ό,τι ώρα γουστάρεις, κυκλοφορείς με τα εσώρουχα χωρίς να σε νοιάζει αν θα σε δει κάποιος, τραγουδάς, φωνάζεις, κάνεις στην κυριολεξία ό,τι σου καπνίσει και δεν ενοχλείς κανέναν.

Πιάνεις γρήγορα φιλίες, γιατί είσαι σε μια ξένη πόλη και λίγο πολύ όλοι οι φοιτητές έχουν ανάγκη τις καινούριες γνωριμίες γιατί δεν έχουν τις παλιές. Κάποιες φιλίες είναι εφήμερες, κάποιες άλλες όμως είναι αυτές που έψαχνες, άτομα που σε καταλαβαίνουν πιο πολλοί από τον οποιονδήποτε μέχρι τώρα, που μπορείς να στηριχτείς πάνω τους και να εμπιστευθείς και που ξες πως το τέλος της φοιτητικής ζωής δεν θα σημάνει και το τέλος αυτής της φιλίας. Βγαίνετε παρτάρετε, μπεκροπίνετε, αράζετε σπίτι πάλι μπεκροπίνετε, πατάτε και στη σχολή αραιά και που έτσι για να δώσετε το παρόν.

Οι αρχικές σου αφίξεις στο σπίτι σου, από κει που ήταν αν όχι κάθε βδομάδα, κάθε δύο βδομάδες, είναι μια φορά το μήνα, Χριστούγεννα και Πάσχα. Και έχεις τη μανούλα σου να σου λέει «άντε πότε θα έρθεις στο σπίτι σου μας ξέχασες» και τους φίλους σου να σε ζητάνε. Αυτό που δεν έχουν καταλάβει είναι πως το σπίτι σου πλέον δεν είναι το πατρικό σου, αλλά το φοιτητικό σου και η πόλη σου αυτή που σε φιλοξενεί και την νιώθεις κομμάτι του εαυτού σου.

Έτσι λοιπόν αρχίζεις και μακαρίζεις την τύχη σου που είχες την ευκαιρία να μείνεις μόνος σου, να κάνεις πράγματα που θα τα θυμάσαι για πάντα, αρχίζεις και σκέφτεσαι πως αν δεν έφευγες από το πατρικό σου δεν θα είχες την ευκαιρία να ζήσεις την ‘φοιτητική ζωή’ και όχι απαραίτητα τις κραιπάλες και τα ξέφρενα πάρτι, αλλά την αυτονομία, την ελευθερία, να βαριέσαι στις δύο το βράδυ να κάτσεις σπίτι και να βγαίνεις έξω χωρίς να έχεις κάποιον από πίσω να σου λέει «καλά τέτοια ώρα θα βγεις; που θα πας;» ή ακόμα και να θες να αράξεις όλη μέρα στο σπίτι και να μην κάνεις απολύτως τίποτα, να μην κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι, χωρίς να έχεις για ακόμα μια φορά αυτόν τον κάποιον(τη γλυκιά μανούλα) πάνω από το κεφάλι σου και να σου λέει «άντε δεν θα βγεις; όλη μέρα κλεισμένο στο σπίτι θα είσαι;

θα βγάλεις ρίζες», να ξέρεις πως είναι όταν ξεμένεις από λεφτά αλλά παρ’όλα αυτά να μην σε νοιάζει γιατί μπορείς και να τραφείς και με σπόρια, εξάλλου κάθε μέρα σολομό και χαβιάρι τα βαριέσαι μετά από κάποια στιγμή(just kidding).

Το νόημα είναι να δεχτείς από την αρχή αυτό που σου έχει χτυπήσει την πόρτα και να το χαρείς όσο καλύτερα μπορείς, γιατί δυστυχώς, όταν θα έχουν περάσει τα χρόνια και θα παίρνεις πτυχίο και θα πρέπει να γυρίσεις στους δικούς σου, ο αποχαιρετισμός αυτός, θα είναι πιο οδυνηρός από τον πρώτο που έκανες στα πρώτα σου δειλά βήματα, στο καινούριο σου ξεκίνημα. Γιατί ο αποχαιρετισμός αυτός θα σημαίνει και το κλείσιμο της καλύτερης εμπειρίας της ζωής σου για αυτό θα πρέπει να το ζήσεις, για να πεις τουλάχιστον στο τέλος, πως αυτός ο κύκλος έκλεισε, αλλά άξιζε και ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί.