Ανοίγοντας μια πόρτα πρώτα βλέπεις το σκοτάδι που επικρατεί και μετά αποφασίζεις αν θα κάνεις το βήμα προς τα μέσα για να ανάψεις το φως, έτσι ώστε να δεις τι κρύβεται ή αν θα την κλείσεις επειδή φοβάσαι το μαύρο τοπίο. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, μπορείς να ανάψεις το φως και να επιλέξεις αν θα μείνεις να ζήσεις την ιστορία του δωματίου ή αν απλά θα φύγεις από αυτό.

Το βασικό ερώτημα είναι, γιατί φοβόμαστε τις πόρτες; αν είναι ανοιχτή ποιος δεν θέλουμε να μπει; και αν είναι κλειστή πως θα μπει αυτός που thumb_pa_portaθέλουμε να μπει; άραγε ανοίγεις εύκολα την πόρτα σου σε κάποιον; σε κάποιον που θες ίσως ναι, αλλά σε κάποιον τυχαίο; και αν αυτός ο τυχαίος δεν είναι και τόσο τυχαίος; τότε τι; ανοίγεις ή απλά περιμένεις να δεις αν θα την ανοίξει εκείνος για να μην είναι πια τόσο τυχαίος; Τόσες απορίες φτιαγμένες στον ανθρώπινο νου.

Εν τέλει, όμως, ανοίγεις πόρτες για να μπει κάποιος στο δικό σου δωμάτιο ή για να μπεις εσύ σε κάποιου άλλου; Ρισκάρεις.. Όταν αφήσεις κάποιον να μπει δείξε του την έξοδο απ’την αρχή. Αν του αρέσεις δεν θα την χρησιμοποιήσει εγκαίρως, αν όχι, ώρα του καλή. Μην μπαίνεις εμπόδιο στην έξοδο του αν αυτό θέλει. Αν, πάλι, μπεις εσύ σε κάποιο δωμάτιο γύρνα και δες κατά που πέφτει η έξοδος μόνο και μόνο για να ξέρεις τον δρόμο του γυρισμού -σκέψου και λίγο την Αριάδνη στον λαβύρινθο-. Και, φυσικά, μη ξεχάσεις να κλείσεις την πόρτα φεύγοντας..